|
"Η σκέψη ενός ποιητού δεν έχει σύνορα!"

Απλός περιπλανιέται ελεύθερη, κυνηγώντας με νοσταλγία την
στιγμή που θα φτάσει και θα κόψει με την φαντασία του το
σκοινί του ορίζοντος. Κατά την γνωμην μου δεν είναι η
ποιότητα η ποσότητα καθ ενός περιεχομένου, αλλά η τόλμη
να εκφραστής τα αισθήματα σου και χωρίς φόβο να τα
φέρεις σε φως. Όπως βλέπετε εγώ γράφω ελεύθερα, απλά,
δημοτικά, ασύντακτα, αρθογραφα και χωρίς τον φόβο τής
κριτικής
*******
Ω! Πασχαλιά!
Διαλέξτε
το λαμπριάτικο
της στάνης το καλύτερο αρνί,
με το μαλλί το κόκκινο
που βυζαίνει μέχρι την Λαμπρή.
Στρώστε πασχαλινό τραπέζι
γιορτάστε με φαγοπότι,
Γιατί Χριστός Ανέστη
από του θάνατου τα βάθη.
Κτυπούν οι καμπάνες χαρωπά
σείονται οι εκκλησιές,
στέλνουνε μήνυμα λαμπρό
σ όλου του κόσμου τις φυλές.
Λάμπουν
οι λαμπάδες
των παιδιών οι παρδαλές,
μεταλαβαίνουν οι παπάδες
χριστιανούς και χριστιανές.
Ω!
Πασχαλιά! Ω Πασχαλιά!
άνοιξε μας τις καρδιές
όπως ανοίγουνε τα κρίνα
τα φύλα στις τριανταφυλλιές.
Πέστε,
Χριστός Ανέστη
εχθροί και φίλοι αγαπηθείτε,
και με το Αληθώς Ανέστη
Ειρηνικά να φιληθείτε.
Ανοίξτε μέσα την ψυχή
το φως να την φωτίσει,
αφήστε την πόρτα ανοιχτή
με την αγάπη να τσουγκρίσει.
Ακόμη τρέχει το αίμα
απ του Χριστού το χέρι
μα η αγάπη είναι στο βλέμμα
όσο κι αν έχει υποφέρει.
Ήρθες
πάλι Ω! Πασχαλιά
Χριστός Ανέστη αντιλαλεί,
κι το Αληθώς τον κόσμο όλο καλεί
με την αγάπη σαν αδελφός να φιληθεί.
*******
Το Πλατάνι
Παρέα κάνω το πλατάνι
το ριζικό κορμί του,
το στοιχειωμένο σαν θεριό
απ τη μακρόβια ζωή του.
Κάθε φύλο ένα αιώνας
δαρμένο από το πέρας,
με ντύνει σαν χιτώνας
μ αγκαλιάζει σαν αέρας.
Το καίει ο ήλιος σαν φωτιά,
μα μένα με δροσίζει,
και με το χιόνι παγωνιά
με τα φύλλα με ζεσταίνει.
Οι κλώνοι του οι λυγεροί
κλίνουν στη συντροφιά μου,
κι τ άψυχο τους το κορμί
ζωντανεύει στη ματιά μου.
Η σκιά του είναι γεμάτη μάγια
βρυσούλες ο κορμός του,
που με χτενίζει με τα χάιδια
το ψιχάλισμα χαράς του.
Καναλίζουν στα φύλλα τα πουλιά
στου ίσκιου το σπηλικό μπαλκόνι,
τ αηδόνια στις ροζικές φωλιές
στου ήλιου το φως που χαμηλώνει.
Στα φυλλώματα κουρνιάζουν
στα σκοτάδια οι νυχτερίδες,
μοιρολογούν οι κουκουβάγιες
κι ξαποσταίνουν οι σπουργίτες.
Στη πρώτη σταγόνα της φωτιάς
του καλοκαιριού τη σπίθα,
ομπρέλα κάνει τα κλαδιά
τη σκιά του στον ήλιο ασπίδα.
Τα κλωνάρια του σαν μπράτσα
σκύβουν και με χαϊδεύουν,
και τα πλατανόφυλλα τα χέρια
με τη δροσιά με γευουν.
Η δίψα μου σβήνει απ τα χείλη
σαν τη χλόη στην αυγή,
που σαν νερού σταλαγματιάς
σαν πνοή μου ποτίζει το κορμί.
Τώρα και να πεθάνω
ήσυχη θα ναι η μοναξιά μου,
ελαφρό το χώμα από πάνω
και πλατάνι η καρδιά μου.
*****
Στο σταθμό του χωρισμού
Ένα τραίνο σε λίγο
θα φύγει,
Μα στο σταθμό,
Κάποιος μονάχος θα μείνει,
Με μια καρδιά πληγωμένη,
Μ ένα δάκρυ πικρό,
Ένα χαμόγελο στα χείλη καυτό.
Χαιρετίσματα θα
στέλνει με μαντήλι,
Μ αυτό τα δάκρυα θα σκουπίζει.
Ίσως θα είναι μια αγάπη, ένας φίλος,
Ένας αδελφός, μια αδελφή μια μάνα,
Που στο
ξεκίνημα
αφήνει πίσω,
Ένα βρεγμένο βλέμμα.
Σε λίγο ένα άλλο
τραίνο θα ρθει,
Κι απ τα πονεμένα χείλη,
Κάποιου χαρά θα βγει.
Μονάχος δεν θα νε πια στον σταθμό.
Χαμόγελο χαράς θα τυλίγει το πρόσωπο,
Στον ερχομό θα είναι λαμπρό.
Καλωσορίσματα θα
δίνουν με φιλιά,
Και τα δάκρυα τής χαράς,
Τρυφερά θα είναι γλυκά.
Ίσως γυρίζει μια αγάπη, ένας φίλος,
Ένας αδελφός, μια αδελφή μια μάνα,
Που στον ερχομό από χαρά,
Θα είναι γεμάτο το βλέμμα.
*******
Καλπάζει τ Aλογο
Καλπάζει τ άλογο τη δύσι
της άμμου τον αφρό,
τον ήλιο να προφτάσει
το θαλασσινό το δειλινό.
Παιχνίδι παίζει με τον ήλιο
το βασιλιά της μέρας,
καλπάζει ελαφρά σαν φύλλο
χωρίς αγχόνη νύχτας.
Με
τα χνώτα χλιμιντρίζει
τον άνεμο σωπαίνει,
το πέλαγος ταράζει
το βυθό που ανασαίνει.
Καλπάζει το κύμα του γιαλού
του ίλιγγου σέρνει το χορό,
χωρίς το καπίστρι του λαιμού
σαμάρι στην ράχη αφεντικό.
Ο
δειλινός ο ήλιος το φωτίζει
το χαιρετά από ψηλά,
στην δύσι που αρμενίζει
απ του πελάγου την άλλη την πλευρά.
Αγάλια γέρνει ν ακουμπήσει
στου ορίζοντα το βράχο,
μ ακτίνα τ αλόγου μη δαμάσει
τα καπούλια του από πάνω.
Την
ομορφιά της λευτεριάς
δε θέλει να σκλαβώσει,
τ αλόγου βήμα πατησιάς
στο δειλινό μη σβήσει.
Καλπάζει τ άλογο περήφανα
με σπαθάτη χαίτη υψωμένη,
δε πόθησε ξαπόσταμα
στη μέρα που διαβαίνει.
Τα
φουσκωμένα κύματα
τρέμουνε στον καλπασμό,
δεν ψηχαλίζουνε τα σύννεφα
αφήσανε στυγνό τον ουρανό.
Καλπάζει τη ράχη θάλασσας
με σίφουνα φτερά γοργόνας,
στο δειλινό τρεχάλας
τρελά τον ήλιο χλιμιντριζόντας.
Αετόμορφο έχει λυγερό
κορμί σαν πεταλούδα
δαμάζει αιθέρα κι ουρανό
του ήλιο βασιλεύματος τη φλόγα.
Χαμήλωσε μου το κορμί σου
τη χαίτη σου ν αρπάξω,
«Άλογο μου» πάρε με μαζί σου
το νου κι εγώ να λευτερώσω.
*******
Nα
Mουνα Bοσκός
Θα θελα να μουνα βοσκός
Της λαγκαδιάς αφέντης,
Στις ράχες να μουνα αετός
Στους λόγγους γω λεβέντης.
Να φορούσα κάπα για στολή
Τρανό ναχα κοπάδι,
Μαντρόσκυλα φρουρούς
Στη στρούγκα από στουρνάρι.
Θα θελα να μουνα βοσκός
Γρέκια ναχα μες τα δάση,
Σε μαντρί καλόγερος
Δέσποτας σ αυτή την πλάση.
Ναχα χίλια γιδοπρόβατα
Να ασπρολογούνε οι πλαγιές,
Να πλάγιαζα σε χώματα
Με των αστεριών ματιές.
Να τα σαλαγάω με φλογέρα
πριν βγει ο ήλιος την αυγούλα,
Να τα καλώ στη στέρνα
Σε πιγαδένια κρύο-βρυσούλα.
Θα θελα να ήμουνα βοσκός
Να τραγουδώ με τζίτζικα,
Να με ζηλεύει ήλιος κι ουρανός
Να με προσκυνούνε τσέλιγκα.
Μονάχος να κοιμόμουνα
Σε ρίζα του πλατάνου,
Ν αγκάλιαζα τον ίσκιο του
Τα χλωρά του φύλλα επάνου.
Θα
θελα τ αστέρια
Mε το λαμπρό
φεγγάρι,
Να
μου κλείνανε τα μάτια
Στην αγκαλιά με το κοπάδι.
Να ξυπνούσα στα χαράματα
Στις παγωμένες νύχτες,
Ν αρμέξω τα γιδοπρόβατα
Στις καταχνιές και πάχνες.
Θα θελα του λόγγου τα πουλιά
Με το κελαιδισμό τους,
Να μ αποκοιμίζαν τη βραδυά
Ακριβό να μ είχαν σύντροφο τους.
Το καλοκαίρι το λιοπύρι
Το βλέμμα να μου ψήνει,
Με το κοπάδι να σταλίζει
Να βασιλεύει στη γαλήνη.
Θα θελα από βρυσούλα ρεματιάς
Το αθάνατο να πιω νερό της,
Αιωνίως βοσκός στη λαγκαδιά
Να ζω απ το γιατρικό της.
Να χα καλύβα από οξιά
Στρώμα από φύλλα βελανιας,
Σεντόνι την άσπρο φεγγαρια
Τα αγέρι άχνουδη ξεστασιας.
Στην ανεμοζάλη καταχνιάς
Στη σκοτεινιά της νύχτας,
Στη νεροποντή και κρύο ρεματιάς
Ν αγρικώ φρουρός στους λύκους.
Αχ, τ αστέρια να μετρούσα
Ως το πρωί πριν φέξει,
Τον ουρανό να ζωγραφουσα
Πριν την αυγή ο ήλιος κλέψει.
*******
Εκεί στα κορφοβούνια
Εκεί
πάνω στα ψηλά βουνά
στις κρυσταλλένιες βρύσες,
που βόσκουν γιδοπρόβατα
εκεί θα μ ανταμώσεις.
Εκεί
στα κορφοβούνια
πασιάς θα πάω γίνω,
απ τις αξίνες και λοστάρια
το κορμί μου ν αλαφρύνο.
Εκεί
στις λυγαριές ανάμεσα
με των πουλιών φωλιές,
που ψιθυρίζουνε τα φύλλα
κι ο άνεμος σφυρίζει με ματιές.
Εκεί
κρυμμένος με τα αηδόνια
τις ράχες θα χτενίζω,
με τις αραπιάς τα χελιδόνια
τις κορφές θα τριγυρίζω.
Εκεί
θα παίζω τον κρυφτό
όλη μέρα κι όλη νύχτα,
με τον βασιλιά τον αετό
του φεγγαριού κι ήλιου αχτίνα.
Εκεί
θα με βρεις στις
λαγκαδιές
που
ξεχειλίζουν τα πηγάδια,
που του κούκου δειλά στις ρεματιές
κι πέρδικας ακούς τραγούδια.
Εκεί
που χοχλάζουνε ποτάμια
από σπηλιάς ανάσα βράχου,
τη δρόσο καθρέπτη θα χω μάτια
χαμόγελο στα χείλη κάμπου.
Εκεί
που βόγκε ο βοριάς
λυχνάρι γίνεται το φέγγος,
εκεί κι ο νους μου της καρδιάς
θα φτερουγίζει ξένοιαστος.
Εκεί
στα κορφοβούνια
με πράσινα κλαδιών καντήλια,
θα φωτίζουνε τ ουράνια
στη σκότη μ αυγερινό και πούλια.
Εκεί που κατοικά ο ήλιος
το σύμπαν αναστενάζει ο θεός,
κι σκιάζεται το φως ο χάρος
εκεί δούλος θα γίνω μοναχός.
Εκεί στου βουνό το στρώμα
θέλω τα μάτια μου κλείσω,
σκέπασμα να χω τον χειμώνα
το καλοκαίρι όταν ξυπνήσω
*******
Κάθε μια ρυτίδα
Κάθε μια ρυτίδα
Στο πρόσωπό μου χαραγμένη,
Μαρτυρεί μια ιστορία
Χαρωπή ή μαραμένη.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι ένα βιβλίο,
Της ζωής μου μια σελίδα
Από ζεστασιά και κρύο.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι ένα βήμα,
Του χρόνου φαιά ηλιαχτίδα
Της ζωής μου ένα σήμα.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι μία ζωγραφιά,
Με χρώμα, γοητεία
Πείρα ζωής και ομορφιά.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι ένας αγώνας,
Μια φάτνη, μια κηλίδα
Ένας αγώνας Μαραθώνας.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι ένα ξερό ποτάμι,
Ένας πόνος, ένα σημάδι
Ένας ρόζος στην παλάμη.
Κάθε
μια ρυτίδα
Είναι μία μαχαιριά,
Μία αποδοκιμασία, μία ελπίδα
Μία συννεφιά, μία ξαστεριά.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι μία νόηση,
Μια χρυσή του ήλιου αχτίδα
Μια συμβολή από φρόνηση.
Κάθε μια
ρυτίδα
Είναι ένα ναυάγιο,
Μία πλέουσα παγίδα
Της ζωής το κύμα στο πελάγου.
Κοιτάζω
στον καθρέπτη
Την ρυτιδωμένη μου όψη,
Κι ένα μόχθος, ένα άχτι
Από μέσα τείνει να με κάψει.
Μα το χαμόγελο νικά
Δεν σπάζει τον καθρέπτη,
Κι απ’ τα βαθιά, τα σκοτεινά
Στο χρόνο αναζητεί τον κλέφτη.
*******
Πουλιά, μ’ ακούσατε πουλιά
Νοστάλγησα την ύπαιθρο
Τα κρύα τα νερά της,
Το θυμάρι στο βουνό,
Τις λαγκαδιές με τις δροσιές.
Φωνάζει,
κράζει μέσα μου η καρδιά
Πουλιά, χαμηλώστε λίγο,
Πάρτε με εκεί πάνω ψηλά
Παρέα σας να μείνω.
Κι όταν
μια μέρα
Κουραστούνε τα φτερά σας,
Αφήστε με εκεί πάνω ψηλά
Στα βουνά, στη βασιλική φωλιά σας.
Θα
είμαστε φίλοι, αδελφοί,
Αχώριστοι εκεί στις ρεματιές,
Τραγούδια θα ψάλλουμε μαζί,
Χορός χαράς στις βουνοπλαγιές.
Πουλιά,
μ’ ακούσατε, πουλιά,
Πάρτε με πάνω στα βουνά,
Εκεί που βοσκούνε γιδοπρόβατα
Με άφθονο στις ράχες κρύο νερό.
Νοστάλγησα
την ύπαιθρο
Τα δροσερά πλατάνια,
Δείγματα ομορφιάς στην Ήπειρο
Με τα πλατιά ποτάμια.
Θέλω
ψηλά απ’ τα σύννεφα
Το Σούλι ν’ αγναντέψω,
Την Πρέβεζα, τα Γιάννενα
Της Άρτας το γεφύρι.
Το
Μέτσοβο, την Κόνιτσα,
Πωγώνι και Ζαγόρι
Και στο βυθό της λίμνης
Την όμορφη Κυρά Φροσύνη.
Να
αγναντέψω επιθυμώ
Το Πάπικγο, του Βίκου το λυγμό,
Το Βοϊδομάτη να χαρώ,
Για να πραΰνω πόνο και καημό.
Πουλιά,
μ’ ακούσατε, πουλιά,
Σπαράζει η καρδιά μου,
Αχ! χαμηλώστε τα φτερά
Ν’ αδράξει η αγκαλιά μου.
Θέλω
μαζί σας να γιορτάσω
Στις πλαγιές την άνοιξη,
Μαζί στους λόγγους να πετάξω
Όσες ομορφιές η ματιά δεν άγγιξε.
Πουλιά, μ ακούσατε, πουλιά!
*******
Ο
μπάρμπα-Ανδρέας πέθανε
Ο
μπάρμπα Ανδρέας έσβησε
Απ’ της ζωής το μονοπάτι,
Βήματα μονάχα πίσω άφησε
Απ’ της ανηφοριάς το σκαλοπάτι.
Ο
μπάρμπα-Ανδρέας διάβηκε
Δεν κελαηδούνε τα πουλιά,
Μαύρο σύννεφο τον σκέπασε
Βαρύ σεντόνι ως λιθαριά.
Χάσαν
τα βουνά την ομορφιά τους
Στέρεψαν οι βρύσες,
Όπου έπινε τα νερά τους
Και δε γνώρισε ποτέ τις λύπες.
Η λυγερή
η κρανιά μαράθηκε,
Η αμυγδαλιά δεν άνθησε,
Η τρυγόνα δεν κελάηδησε
Κι αετός στον ουρανό δεν πέταξε.
Δεν
τραγουδούνε τα πουλιά,
Δεν σε καλωσορίζουν,
Σου σπάζουν μονάχα την καρδιά
Στην πλαγιά που σ’ αντικρίζουν.
Ο
μπάρμπα-Ανδρέας άλλο δε χαιρετά,
Ματιά δεν του ρίχνει ο ήλιος.
Ο βουρκωμένος τον τάφο του κοιτά-
Ήταν ο πιο καλός του φίλος.
Οι
σκύλοι δε γαυγίζουνε
Κεφάλια δε σηκώνουν,
Τ’ αστέρια δε φωτίζουνε
Στο σεληνόφως δεν καμαρώνουν.
Στο μαύρο μήνυμα στερέψανε
Τα δροσερά πηγάδια,
Τα σύννεφα δεν βρέξανε
Ζωής δε δείξανε σημάδια.
*******
Πάνω
εκεί ψηλά
Πάνω εκεί ψηλά
Στου Προφήτη Ηλία
Το Μοναστηράκι,
Εκεί βρίσκω μονάχα συντροφιά
Και γαλήνη στην καρδιά μου.
Εκεί ξεχνώ το μίσος, την κακία
Που δίνω και μου δίνουν,
Την ανθρώπινή μου αδυναμία
Που την ψυχή μου αιχμαλωτίζουν.
Πάνω
εκεί ψηλά
Στο ερημικό το εκκλησάκι,
Κει που βασιλεύει η σιγαλιά
Και κουρνιάζουν τ’ αηδόνια,
Αετοί, σπουργίτια και τρυγόνια
Εκεί μονάχα βρίσκω
Στην ψυχή παρηγοριά.
Πάνω
εκεί ψηλά
Το σφύριγμα του ανέμου
Απαλά μου χαϊδεύει τη ματιά
Το χαμόγελό μου ανθεί στα χείλη
Και με το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού
Με ντύνει, με τυλίγει
Κι η ανάσα του χιονιά
Μου καθαρίζει νου, καρδιά.
Πάνω
εκεί ψηλά
Στης καταχνιάς το σύννεφο
Σ’ ένα άγριο φαράγγι μοναξιάς
Μένει ο Άγιος Προφήτης,
Κι αν σημάδι δε μου δίνει
Μήτε το χέρι μου κρατά,
Μονάχο δε μ’ αφήνει.
Πάνω εκεί ψηλά,
Στο Μοναστηράκι
Τον αισθάνομαι στο πλάι,
Δίπλα στην πατησιά μου
Να διαβαίνει σιμά το μονοπάτι
Οδηγός στο φως του λυτρωμού
Στης ανηφοριάς το σκαλοπάτι.
*******
Σκλάβοι της φτώχειας
Πικρός
ο πόνος, ο καημός
Σαν το
βοριά μας δέρνει,
Θρήνος είναι θαλασσινός
Στο κύμα που μας σέρνει.
Ψάχνουμε στ’ αχνάρια
Τη στράτα για να βρούμε,
Ξαποστασιάς σημάδια
Απ’ το λαβύρινθο να βγούμε.
Μάς ξεγέλασε η μοίρα
Στην πόρτα της αυλής
Και μας έσπρωξε απ’ τη σκάλα
Απ’ την ανάσα της ζωής.
Γέρικα πρόσωπα στο φως
Χαραγμένα απ’ τον αγώνα,
Χωρίς ελπίδα, λυτρωμό
Μια σταλιά νεροσταγόνα.
Σκλάβοι είμαστε στη μέρα
Σκλάβοι στα σκοτάδια,
Δε μας είπε ο ήλιος καλημέρα,
Δε νοιώσαμε δικά του τα χάδια.
Έρχονται μέρες χαρωπές,
Γλέντια και πανηγύρια,
Μα οι θλιμμένες μας ματιές
Δε σηκώνουνε τα φρύδια.
Σαν το σίδερο βαριές
Αλυσίδες κλειδωμένες
Έχουμε μέσα μας καρδιές
Απ’ τον κόσμο αποξενωμένες.
Δεν μας λυπάσαι
κακομοίρα,
Αμίλητη είσαι σαν καθρέπτης,
Τα μυαλά σου και μια λίρα,
Στις καρδιές μας απόλυτος ψεύτης.
Μέρα νύχτα μας δέρνεις
Λίστρα είσαι, αφέντης,
Ανακούφιση δεν μας δίνεις
Τον ιδρώτα μας στεγνώνεις.
Πώς να σε ξεχάσουμε
Την ζωή μας πώς ν’ αλλάξουμε,
Με ποιο θάρρος να τολμήσουμε
Απ’ τη σκάλα να σε σπρώξουμε;
Μα δεν πειράζει,
εμείς θα ζήσουμε
Κι ας επιβιώνουμε φτωχοί,
Σκλάβοι σου κι αν είμαστε
Δεν αψηφούμε τη ζωή.
*******
Η ξενιτιά
Σαν
διαβατάρικο πουλί
Νυχτώνω, ξημερώνω,
Χωρίς μάνα, πατέρα κι αδελφή
Για να τους πω τον πόνο.
Σαν τους τέσσερις ανέμους
Παλεύει το κορμί μου,
Σ’ άγνωρο χώμα, τόπους ξένους
Χωρίς σκεπή στην κεφαλή μου.
Με τη
μοίρα παίζω ζάρι,
Μα να κερδίσω δεν μπορώ,
Στη στεριά παλεύω σαν το ψάρι,
Στη ζωή πασχίζω να κρατηθώ.
Τα βάζω
και με το Θεό,
Τον κοιτάζω μες τα μάτια,
Δεν του κρύβω το θυμό
Κι ας με κάνει χίλια δυο κομμάτια.
Βγαίνει
ο ήλιος το πρωί
Τον κόσμο να ζεστάνει,
Μα σε μένα καλημέρα
Η θωριά του δεν μου κάνει.
Πίνω το φαρμάκι
Σαν το γλυκό κρασί,
Ζυμωμένο από το δάκρυ,
Απ’ την πονεμένη τη ζωή.
Λίστρα
που είσαι, ξενιτιά,
Μου ξεγέλασες τα νιάτα,
Δεν μου χαμογέλασες ματιά
Ούτε στα καλά μαντάτα.
Το ψωμί
της ξενιτιάς
Με το δάκρυ έχω ζυμώσει,
Τις βραδιές της μοναξιάς
Η γουλιά να μου χορτάσει.
Δεν έχω δει γαλάζιο ουρανό,
Ήλιο να με χαιρετά,
Ένα σεντόνι σκοτεινό
Μου σκεπάζει τη ματιά.
Της
ξενιτιάς ο ήλιος,
Μάνα μου, δε_ |