Author's Profile

Poetic Me

English

Greek

E-Mail Us

Visitors

Links
 

   Ted Kapsalis


 

POETIC ME!
"In poetry I let my heart dance in joy"


Iστορικό Καλπάκι Ιωαννίνων - Kalpaki Ioanninon Greece

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την επίσκεψη σας στη σελίδα μου, και καλός ορίσατε στο POETICME.COM. Το γεγονός ότι είστε εδώ μαρτυρεί πως έχετε περισσότερο από ένα περνώντας ενδιαφέρων στην εκπλήρωση των ονείρων τη ζωή σας. Μου λέει πως είστε εμπαθείς στην ποίηση, όπου η αρμονία της σκέψεως και της καρδιάς φέρνει στο φως της πιο νοσταλγικές και απολαυστικές δημιουργίες.

 Εάν λοιπόν ψάχνεται για μια απλή, δημοτική και τίμια ποίηση που προέρχεται από μια απλή καρδιά, τότε POETICME.COM είναι η σελίδα σας.

 Αντιθέτως εάν ήρθατε να εκφράσετε την κριτική σας,  τότε σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει δικαστική κριτική στη δική μου καρδιά.  Εγώ δεν είμαι δηλωμένος ποιητής, αλλά απλούστατα σε ένα αγώνα να προφτάσω το χρόνο να μην ξεχάσω την ελληνική μου γλώσσα, αποφάσισα να εκφράσω και να μοιράσω μαζί σας με τον πιο απλό , δημοτικό και περιορισμένο λεξιλόγιον της γνώσης μου τα αισθήματα μου τα οποία σε κάποια φάση της ζωής μου με έχουν επηρεάσει.

 Ευχαριστώ!

Έρχονται!
 

  Ted Kapsalis

Γεννήθηκε στο Iστορικό Καλπάκι Ιωαννίνων στις 23 Απριλίου, 1952. Είναι ο πέμπτος γιος του Δημητρίου και της Ελευθερίας Καψάλη. Απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου του Ιστορικού Καλπακίου και του Γυμνασίου Δωλιανών Ιωαννίνων. Σε ηλικία 18 ετών μετανάστεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερική ς. Σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στο Σικάγο και έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Αμερική.

Αν και σήμερα ζει με την οικογένειά του στο φανταστικό κόλπο του San Francisco, Καλιφόρνιας, θεωρεί τη Havaii σαν πατρική του γη. Εκεί έχει ζήσει σχεδόν 15 χρόνια, γνώρισε τη σύζυγο του Ευαγγελία κι εκεί γεννήθηκε ο γιος τους Δημήτρης.

Από τα εφηβικά του χρόνια ακόμα η αγάπη και ο πόθος για την ποίηση, είχε γεννήσει ρίζες στην καρδιά του μέχρι που λίγα χρόνια πριν άρχισε να πραγματοποιεί μια φιλόδοξη προσπάθεια στην ξενιτιά να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα εν ζωή.

Αν και τα ποιήματα του Τεντ ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες, δεν θεωρεί τον εαυτό του ποιητή? απλούστατα μέσα από την ποίησή του επιθυμεί να μοιράσει τα αισθήματά του, τα οποία έχουν αγγίξει τη ζωή του.

Ο Τεντ γράφει στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα. Στην Αγγλική γλώσσα τα ποιητικά του έργα έχουνε αναγνωριστεί από την International Society of Poets, που είναι και μέλος και έχει βραβευθεί δώδεκα φορές για την ποιητικά του δημιουργήματα. Τον Ιούλιο του 2005, κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο στην Αγγλική γλώσσα με τον τίτλο: «SIMPLE HEART, Whispers Love Songs». Η Ellen Tanner Marsh, New York Times Best-selling Author, στην κριτική της γι? αυτό το βιβλίο αναφέρει πώς «όποιος έχει αγαπήσει και αγαπήθηκε πολύ, θα βρει κάτι που θα το εκτιμήσει στου Τεντ Καψάλη το βιβλίο». Είναι απλή, αληθινή, και αναμνηστική αγάπη. Είναι ποίηση που μιλά στην καρδιά, απ? την καρδιά". Επίσης SIMPLE HEART «Δεύτερο Βιβλίο» θα κυκλοφορήσει το έτος 2006.

Πέρα από την αγάπη του για την ποίηση, ο Τεντ είναι φανατικό μέλος τής ποδηλασίας, του ποδοσφαίρου, της ορειβασίας και μαραθωνο-δρομαίας. Έχει τρέξει σε εκατό (101) Μαραθώνας, ενώ αγαπά να αποκτά και να εκτιμά φίλους.


ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ
"Πάνω από 2000 Aδέσμευτοι Eρωτικοί Sτίχοι"


Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον ΕΡΩΤΑ που όλοι μας σε κάποια φάση τής ζωής μας γευτήκαμε την γλύκα του και την πίκρα του.



"Simple, honest and evocative, this is poetry that speaks to the heart, from the heart."
Comments review by:
Ellen Tanner March
New York Best Seller Author

Published by www.booksurge.com

To order click here:
www.booksurge.com/search.php3
(under search title type Simple Heart)


«ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1960»
Τα ανεκδοτα σε αυτό το βιβλίον είναι μια συλλογή της δεκαετίας του 1960. Οι συγγραφείς είναι άγνωστοι, εν τούτης θέλω να τους αναγνωρίσω όλους όποιοι και αν είναι
.

Ο παπάς του χωριού ρωτάει ένα χωρικό που ήρθε για να εξομολογηθη: - Μήπως έκλεψες καμιά γίδα; - Όχι, δέσποτα μου. – Μήπως κανένα πρόβατο;       - Όχι, όχι ποτές μου. – Καλά, τότε συχωρεμένος νασαι. – Ευτυχώς, που δεν με ρώτησε αν έκλεψα βόδι... μονολογεί ο χωρικός φεύγοντας, από την εκκλησιά.

Στο θέατρο κάποιος κύριος αντιλαμβάνεται ότι έχασε το πορτοφόλι του. Δεν χάνει καιρό και ανεβαίνει επάνω στη σκηνή και φωνάζει: - Μέσα στο θέατρο έχασα πριν λίγο το πορτοφόλι μου, που είχε μέσα πενήντα χιλιάδες. Δίνω χίλιες δραχμές    σ όποιον μου το φέρει. – Εγώ προσφερω πέντε χιλιάδες, σ όποιον το φέρει σε μένα, ακούγεται μια φωνή από το βάθος του θεάτρου.

Ο πατέρας λέγει στον υποψήφιο που ήρθε να ζητήσει το χέρι της κόρης του: - Καπνίζεις, παιδί μου; - Όχι. – Σου αρέσουν τα ξενύχτια; - Όχι. Πίνεις κρασακι; - Ούτε το δοκιμάζω. – Τότε δεν σε θέλω για γαμπρό μου. Γιατί η γυναίκα μου θα μου φέρνει εσένα συνέχεια για παράδειγμα!

Μες τη νύχτα η γεροντοκόρη τηλεφωνεί:              - Τρέξτε! Ένας άνδρας προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μου!.. Λάθος κάνετε, δεσποινίς, τις απαντούν. Απονανθητε στο 100. Εδώ είναι η πυροσβεστική υπηρεσία. Το ξέρω. Όμως, ελάτε εσείς. Του χρειαζεται μαγαλυτερη σκάλα.

Στο δρόμο κάποιος μπεκρής, με μια μπουκάλα κρασί στο χέρι, συναντάει ένα κύριο και του λέει ευγενέστατα: - Με συγχωρείται κύριε, σας αρέσει το κρασί; - Καθόλου, του απαντάει ο άλλος με απορία. Ούτε το βάζω στο στόμα μου... – Τότε σε παρακαλώ, μου κρατάτε τη μπουκάλα για να δέσω το κορδόνι του παπουτσιού μου που λύθηκε!

Ο Μπαμπάς είναι έξω φρενών: - Τι είναι αυτά! Τριάντα μαθητές στην τάξι σου κι ήρθες τριακοστός; Και δεν ντράπηκες να μου το πεις, Δημητρακι; - Όχι! Γιατί μπορούσε ναταν ακόμα χειρότερα... – Τι χειρότερα; - Να, αν στην τάξι μου είμαστε σαράντα θα ρχομουνα ...τεσσαρακοστός!

Μεταξύ γιατρού και αρρώστου: - Όλα εν τάξει. Πνευμόνια, καρδιά, συκώτι. Όμως πρέπει να κάνετε κούρα με σιδερένια πειθαρχία. Με τι μου είπατε ότι ασχολείστε; - Καταπίνω σπαθιά!...

Δυο κατάδικοι τοχουν ρίξει στην ψιλοκουβεντα στη φυλακή. Σε μια στιγμή λέει ο ένας: - Οι δικαστικές πλάνες, φίλε μου, είναι τρομερές. Εμένα, λόγου χάρη, με κατηγόρησαν ότι έκλεψα ένα ρολόι. Και όμως είχα έναν έξοχο δικηγόρο, είκοσι μάρτυρες υπερασπίσεως  και δυο ατράνταχτα άλλοθι... – Και με όλα αυτά σας καταδίκασαν; Απορεί ο άλλος. – Βεβαίως! Ας όψονται οι αστυνομικοί που βρήκαν το ρολόι στην τσέπη μου...

Λοιπόν, Κώστα, είσαι ευχαριστημένος από το βαρόμετρο που σου πούλησα; - Πάρα πολύ! Είναι μεγάλης ακρίβειας! Να φανταστείς, χθες το πρωί έδειχνε θύελλα και πριν καλά – καλά μεσημεριάσει, ενέσκηψε... στο σπίτι η πεθερά μου!

Τηλεφώνημα στην Άμεσο Δράση: - Βοήθεια!.. Είμαι η δεσποινίς Ανυπανδριδου... Δυο διαρρήκτες μπήκαν το διαμέρισμα μου κι όπου νάνε θα ορμήσουν στο παρθενικό μου δωμάτιο... Τρεχάτε!... Τρεχάτε να πιάσετε τον ένα.

Στο σχόλιο: - Κωστακη, πόσο κάνουν πέντε και τρία; - Δέκα! – Μπράβο!... Κωστακη, αλλά πες μου ποιος σου το είπε; - Κανένας κυρία, να με κάψει η Παναγία...

Το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να λυθεί ριζικά και με απλούστατο τρόπο, λέει κάποιος σε φιλική συγκέντρωσι. – Δηλαδή; - Απλούστατα: Αρκεί να βάλουν όλους τους άνδρες σε μια Ήπειρο και τις γυναίκες σε άλλη. Θα δείτε, που όλος ο κόσμος, άνδρες και γυναίκες, θα στρωθούν στη δουλειά αμέσως. – και τι θα κάνουν; - Τι άλλο; Καράβια...

Ο άνδρας μου, λέγει μια κυρία στην φίλη της, γυρίζει στο σπίτι κάθε βράδυ τα ξημερωματα...       – Έκανε και ο δικός μου το ίδιο απαντά η άλλη, αλλά του το έκοψα: Κάποιο βράδυ αργά που άκουσα να ανοίγει την πόρτα του φώναξα: «Εσύ είσαι Γιώργο»;  Από τότε ο Γιαννακης μου εναι στο σπίτι από τις 8 η ώρα...

Θα σε ψάξω για να βεβαιωθώ, κάνει ο κλέφτης. Και πραγματικά, αρχίζει μια συστηματική σωματική έρευνα του θύματος του. Τη στιγμή που είχε πεισθεί κι ετοιμάζεται να την αφήσει να φύγει, η γεροντοκόρη τάχει τελείως χαμένα και του ψιθυρίζει κατάχλωμη, λαχανιασμένη, αλαφιασμένη:- Λίγο ακόμα και θα σου υπέγραφα επιταγή.

Δυο φίλοι συναντώνται στο καφενείο και μένουν με το στόμα ανοιχτό. Ο ένας εχει το κεφάλι του σπασμένο, το χέρι του στην «κούνια» και του λείπουν τα τρία μπροστινά δόντια! Ο άλλος εχει τρία καρούμπαλα στη φαλάκρα του και το μάτι του πρησμένο. – Πως καταντησες έτσι; Σου συναιβη κανένα δυστύχημα; ρωτά ο ένας, - Μην με ρωτάς, φίλε μου, απαντά ο αλλος. Πέσαμε με το αυτοκίνητο σ ένα ρέμα και τσακιστήκαμε. Κι όλα αυτά γιατί η γυναίκα μου ήθελε να σώνει και καλά να την μάθω να σοφάρει. Κι εσύ τι έπαθες; Θύμα τροχαίου δυστυχήματος; - Ακριβώς; - Και πως έγινε το κακό; - να! Η γυναίκα μου ήθελα να τη μάθω να σοφάρει, εγώ αρνήθηκα και... με μετέφεραν στο σταθμό πρώτων βοηθειών!...

Ο κουφός κύριος προσπαθεί ν άνοιξη συζήτηση με την κοσμική κυρία που βρέθηκε πλάι του σε κάποια δεξίωση: - Ώστε πήγατε χθες στην πρεμιέρα του φεστιβάλ; ρωτάει. – Όχι, έπεσα από πολύ νωρίς στο κρεβάτι. Και ο κύριος, που δεν άκουσε καλά συνεχίζει: - Είχε πολύ κόσμο, ε;

Το ξέρω πως όταν η πεθερά μου κτυπά την πόρτα του σπιτιού μου, οι ποντικοί ρίχνονται στην φάκα

Η νεαρά σταρ πηγαίνει στον γιατρό για κάτι «πονάκια», που αισθάνεται στην πλάτη και εκείνος της συνιστά να γδυθεί. – Αδύνατον, γιατρέ. Το συμβόλαιο μου απαγορεύει ρητώς να γδύνομαι ενώπιον οποιονδήποτε, εφ όσον δεν πρόκειται για γύρισμα ταινίας... Ο γιατρός σκέπτεται λίγο και επιμένει: - Τότε να κλείσω τα παντζούρια, τις κουρτίνες, το φως και να γυρίσω το πρόσωπο μου προς τον τοίχο... – Έστω, συγκατατίθεται η σταρ. Ο γιατρός βυθίζει το ιατρείο στο σκοτάδι, ακούγεται για λίγο το θρόισμα ρούχων και έπειτα η σταρ:        - Γιατρέ, που να βάλω τα ρούχα μου; - Εδώ πλάι στα δικά μου...απαντά ο γιατρός.

Ένας ανθρωποφαγος ταξιδεύει για πρώτη φορά με το αεροπλάνο. Κάποια στιγμή η συνοδός του δίνει το κατάλογο φαγητών για να διαλέξει. Ο ανθρωποφάγος διαβάζει και ξαναδιαβάζει τον κατάλογο των φαγητών. Τελικά απευθύνεται στην συνοδό και της λέει: - Λυπούμαι, δεσποινίς, αλλά τίποτε απ όλα αυτά δε μ αρέσει. Δε μου δίδεται, σας παρακαλώ καλύτερα τον κατάλογο των επιβατών.

Φεύγει ο σύζυγος για ένα μήνα σε μια άλλη πόλη για κάτι δουλειές του. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, πρώτη φροντίδα του ήταν να... αποζημιώσει την παραμελημένη, τόσες μέρες, σύζυγο του. Αλλά εκεί... κατά τα μεσάνυχτα, χτυπά το κουδούνι της πόρτας. – Αμάν, ο άνδρας μου, λέει αυτή αφηρημένη από συνήθεια. – Αλλά αφηρημένος και ο σύζυγος έγινε άφαντος! Πήδησε από το παράθυρο, από συνήθεια!

Ο ελεγκτής του τραίνου κοιτάζει το εισιτήριο κάποιας κυρίας και της λέει: - Μα κυρία μου, το εισιτήριο σας είναι για την Θεσσαλονίκη και τοι τραίνο αυτό πηγαίνει στην Πελοπόννησο... Και η κυρία έξω φρενών: - Προκομμένο μηχανοδηγό έχετε βλέπω...   Τα κάνει συχνά τέτοια λάθη;

Δυο δεσποινίδες του καλού κόσμου αλληλοβριζονται «με το γάντι». – Εσείς δεν πρέπει να μιλάτε, λέει η μια. Δεν ξέρετε ούτε ποιος ήταν ο πατέρας σας... – Προσέξτε πως μιλάτε για τον πατέρα μου, διακόπτει η άλλη. Ίσως είναι πατέρας μου ο δικός σου πατέρας!...

Ο κύριος γυρίζει σπίτι το βράδυ και ρωτά, όπως συνήθως , τη γυναίκα του: - Τι θα φάμε απόψε;-Καπνιστό σολομό, χαβιάρι, λαγό, στιφάδο, σουφλέ, τυρί, τούρτα, και θα πιούμε σαμπάνια, απαντά η κυρία γλυκά.  Και ο κύριος φίλο- σολοφικα: Ώστε το τρακάρισες τόσο σοβαρά το αυτοκίνητο;.

Στο λαϊκό πολυϊατρείο ο γιατρός εξετάζει έναν κακομοιριασμένο ενεργό και του δίνει ένα σημείωμα. – Πήγαινε τώρα πλάι, στον φαρμακοποιό, του λέει. Θα σου δόση κάτι χάπια, που θα παίρνεις ένα μετά από κάθε γεύμα. – Ναι, αλλά γεύμα ποιος θα μου δίνη;

Γιατρέ, λέει η ηλικιωμένη κυρία, τα παιδιά μου επέμεναν να έλθω να σας συμβουλευθώ γιατί τρελαίνομαι για τσιπούρες... – Και ήταν λόγος αυτός να σας βάλουν σε τόσο κόπο; Και μένα μου αρέσουν πολύ οι τσιπούρες. Και η κυρία: - Τότε να ρθητε μια μέρα σπίτι να σάς δείξω και τις δικές μου, γιατρέ. Έχω μαζέψει δυο μπαούλα τσιπούρες πρώτο μπόι.

Ενθουσιασμένος ο Γιάννης αναγγέλλει στο φίλο του: - Βρήκα τον τρόπο να βγάλω πολλά λεφτά. Θα εκτρέφω μινκ. Δεν ξέρεις πόσο γρήγορα αναπαράγονται τα ζωάκια αυτά. – Και τι ξέρεις εσύ από αναπαραγωγή των μινκ;  διακόπτη ο φίλος.      – Εγώ τίποτε, ξέρουν εκείνα...

Μια σταρ του Χολλυγουντ αποφασίζει να ζητήσει διαζύγιο και πηγαίνει σε δικηγόρο: - Πόσον καιρό έχετε παντρεμένη; Ρωτάει εκείνος. Και η σταρ:       - Την τελευταία φορά η όλες μαζί;

Στο μάθημα της γεωγραφίας ο δάσκαλος ρωτά τον πάντα αμαλετητο Τοτο: - Πες μας τα ονόματα των ωκεανών. Ο Τοτος σωπαίνει. – Εμπρός, Τοτο. Μην ντρέπεσαι. – Δεν ντρέπομαι, κύριε, αλλά... δεν μπορώ να πω τους ωκεανούς. – Γιατί παιδί μου;- Γιατί... με πειράζει η θάλασσα!...

 

 

 

 

 


ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΜΟΥ ΧΑΜΕΝΕΣ
ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
 

ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΜΑΣ ΚΤΥΠΑΣ ΑΚΟΜΗ

Κακομοιριά ρεμπέτικη φτώχεια,
Που μας μαδάς όλους έναν,
Εμείς που είμαστε φίλοι για πες μου,
Ως πότε θα μάς κτυπάς ακόμη.
Ως πότε θα μάς στερείς τη μπουκιά απ το στόμα,
Το κρύο νερό απ τα διψασμένα μας τα χείλη.

Δεν δε φοβάμαι λίστρα,
Γιατί μεγάλωσα μαζί σου,
Σε τούτη τη φτωχογειτονιά.
Θέλω μονάχα με σένα να κάνω σύμβασι.
Να γλιστρήσω ένα βήμα πιο πέρα,
 Για να έχω τη δύναμι να πιάσω,
Κάποιον άλλον απ το χέρι,
Να τον γλυτώσω απ το κατήφορο του γκρεμού.
Να τον πιάσω να του πάρω το μαχαίρι,
Που με σένα παλεύει άκαρδη,
Αχ, αχ ριμάδα φτώχεια.

Δεν σε φοβάμαι αχάριστη,
Κι ας ξέρω πώς σήμερα,
Μου έκλεψες ένα κομμάτι απ τη ζωή μου.
Μα εγώ δεν πεθαίνω γιατί μεγάλωσα μαζί σου,
Ζεστό φαΐ ποτέ δεν ένοιωσα,
Το ξέρη μόνο το ψωμί, το τυρί και η ελιά,
Κι όλος ο κόσμος στη γειτονιά.

Είμαστε όλοι αδελφοί μια οικογένεια,
Που τη χαρά μας τη κάνουμε χίλια δυο κομμάτια,
Και τη κρεμούμε στη καρδιά μας φυλαχτό,
Μήπως σε ξεγελάσουμε και πιστέψεις,
Πώς η φτώχεια για μάς δεν μάς νοιάζει,
Αλλά δεν μπορούμε να κρυφτούμε,
Εσύ πιο δυνατή τη μοίρα μας κυβερνάς.

Γι αυτό με σένα θέλω να κάνω σύμβαση,
Μήπως και σε μάς τα πικραμένα μας τα χείλη,
Το παγερό νερό τα δροσίσει.
Εμείς που είμαστε φίλοι για πες μου,
Ως ποτέ θα μάς κτυπάς ακόμη,
Ως πότε θα μάς παίρνεις τη μπουκιά απ το στόμα,

Το κρύο νερό απ τα διψασμένα μας τα
χείλη.

******

Ο ΝΤΕΡΤΙΛΗΣ

Για ποιόν ξαγγλίζεις τα τσιαμπά σου, παγάνα που πααίνεις,
και γω μοναχός παιδεύουμι
, απ την μοναξιά μαργώνω.
Γω νείρομαι μανάρι μου, μαυλάω να μ ακούσεις,
μα δεν μου κάνεις το χαΐρι, τσιφτίλης έγινα μαγκούφης.

Κουσεύω από πίσω σου, να σούπο το κουσούρι,
πριν με πάρει ο πέτακας
,
δρασκλίσο απ το γιουφίρι.
Σε τηράω δεν συγκαθάω
, να σου κάνω συνοδειά,
σε φλιρτάρω σαν τραί, μα δεν μ ρίχνεις μια ματιά.

Έχω γίνει ντερτιλής, το μουλογά ο ντουνιάς
κι να λαρώσω δεν μπουρώ
, το ντέρτι να ζαφτίσω.
Καλιγώνω την καρδιά μου, ο δόλιος την ματώνω,
μα συ είσαι αζάπατη, δεν μ αγρικάς δεν με αδερφώνεις.

Αλί κι αλίμονο σου, τσαγκάδα αν καταντήσεις,
σουργούνι θα γίνεις στον ντουνιά
θα κουσεύεις και θα σκούζεις.

Μα γώ θα σούμε τζιουβαίρ, τσιούλα μου μαυρομάτα,
στρούγκα θαναι η αγκαλιά μου
, τάβλα μοτιριμένη.
Τσαΐρι θάχω μια καρδιά, τσιούκα  μου στολισμένη,
θα σε τηράω σαν μανάρι
,
νεράιδα μου γραμμένη

******

ΕΙΝΑΙ ΝΥΧΤΕΣ

Είναι νύχτες που λατρευτά μας πρόσωπα,
λησμονημένες ψυχές στο χρόνο,
σαν κλέφτες στα όνειρα μας έρχονται,
και με το πράο χαμόγελο τους,
μας χαϊδεύουν στο βαθύ ύπνο μας.

Τους θωρούμε τα ουράνια βλεμματά τους,
της αγαπημένες φωνές που μας χαιρετούνε,
στο βαρύ ρογχαλιζμό τρυφερά τους νοούμε,
αυτοί σημάδι μας δείχνουν πως έχουν βρει,
την ξαποστασιά και γαλήνη στην άλλη ζωή.

Στριφογυρνούμε στο άδειο μας κρεβάτι,
στης νύχτας το παγωμένο χλωμό σκοτάδι,
απλώνουμε και τους σφίγγομαι το χέρι,
αγρυπνά ξανά η ζωή μας μες απ τα χρόνια,
ξαναγεμίζει το καινό της μοναξιάς μας με χαρά.

Η νοσταλγία γεμίζει τη νύχτα,
με ζωντάνια θερμές αγκαλιές,
που άλλοτε ήμασταν μαζί τυλιγμένοι,
η μακρινή ζωή του χτες σαν ταινία γυρίζει,
σαν βιβλίο στα θαμπά μας τα μάτια διαβάζει.

Ξαφνικά οι όψες γλιστρούν στο σκοτάδι,
τρέμει τ όνειρο μας σαν να το δάγκωσε φίδι,
ιδρώτας μας τρέχει σαν μέσα απ τα κύματα,
απ το τρόμο σαν αγριοπουλιού ανοίγουν τα μάτια μας,
και στη σκότη η θλίψη ξανά σβήνει απ το δάκρυ μοναχή

******

ΣΤH ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Στη πρώτη λάμψη του ήλιου
η παγωνιά της πάχνης έγινε άνοιξι,
και το σύννεφο πέρασε δειλά-δειλά
στο καταφύγιο της ομίχλης.

Η μαύρη λάσπη της μούχλιας,
στο πρώτο φως έγινε πράσινη,
Το μαύρο σύννεφο άσπρο πανί
 νυφικός γαλάζιος αφρός στη μέρα.

Ο ήλιος χτενίζει τα χρυσά μαλλιά του
το χλομό φεγγάρι χαμογελά,
απ τις λυγαριές κρυμμένα
 βγήκαν τα πουλιά μ αλαφρά φτερά.

Αρματωμένη με πράσινο χρώμα
 καβαλάρης με πρωτομαγιάς πρόσωπο,
είναι ντυμένη η αυγή με χλόη,
βρυσούλα ρεματιάς με αθάνατο νερό.

 Στο πρώτο ξέσπασμα της λάμψης
ευωδίασε ο τόπος στη πλάση,
οι πεταλούδες χορεύουν στο κήπο
 τα αγκάθια στον ήλιο γίνανε άνθη.

Φύσηξε ο ήλιος και τα θαμπά γίναν λαμπρά
οι παπαρούνες κόκκινες γιναν χαμομήλι,
μεθύσαν οι μέλισσες με τους ανθούς χορεύουν
στο διάβα του λουλουδίζουν βράχοι και λιθάρια.

Στη λάμψη η θάλασσα τραγουδί
στο πέλαγος το κύμα γίνεται άνεμος,
αρμενίζει σαν χρυσό κατάρτι στο σούροπο
σφιχταγκαλιάζει  το δειλινό ηλιοβασίλευμα.

Ξυπνήσαν τ αηδόνια στα κλαδιά
ουλουλαλούν οι κουκουβάγιες,
με πέρδικες, κούκκους και τρυγόνες
γιομίσαν οι πλαγιές κι οι κάμποι.

Απ το κρυστάλλινο νερό του ήλιου
Χαμογελούνε τα τριαντάφυλλα,
βουνίσιο θυμάρι οι ανθοί μοσχοβολούνε
στους βούρκους χορεύουνε τα μαργαριτάρια.

Στις βουνοπλαγιές τα τρεχούμενα νερά
με τον ήλιο δροσίζουν τα φύλλα,
καταρράχτες κυλούν ζωντανεύουν χορτάρια
ως τα σύννεφα ροδίζουν της μακρινής δύσης.

Το σώμα της άνοιξης στο πράσινο ντυμένο
των δένδρων τις κορφές κάνει φωλιές,
καλωσορίζει τα ταξιδεμένα χελιδόνια
με το αγνό ζεστό χάδι σαν καλοκαίρι.

Ω ήλιε που κατρακυλάς στον ουρανό
ξάπλωσε τις χρυσές σου ακτίνες,
σαν ρίζες κυπαρισσιού στη γή
παντοτινά τη λάμψη σου ν ανασαίνει η μέρα.

******


Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
"Ζωγραφημενος Στα Ματια Μου"
Οπως ακριβως τον ειδα και τον ενοιωσα"

"30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ" και η φλόγα τής φωτιάς εξακολουθεί να με καίει, και να μου σώνει μέσα μου τα σωθικά. Δεν άντεξα μετά την εισβολή, και έτρεξα κοντά σας. Ήτανε τότε Ιούνιος 1976, μετανάστης και κυνηγημένος από την "Χούντα", με ανακούφιση μόνο στην "Ερωμένη μου Κύπρο".

 Αν και δεν είμαι συμπατριώτη σας, και ζω μακρυά από την αγαπημένη και όμορφη Κύπρο, εντούτοις η καρδιά μου και το μυαλό μου συμμετέχει στη μοίρα του κατατρεγμού σας.

Είχα την τιμή να επισκεφτώ το νησί σας. Ήρθα σαν ξένος και έφυγα σαν ξένος. Εντούτοις, η Κύπρος εξακολουθεί να είναι ένα κομμάτι της καρδιάς μου, και μέχρι την τελευταία στερνή πνοή μου θα είναι η
"ερωμένη μου". Όπου κι αν είμαι πάντα θα την αγαπώ, ποτέ δεν θα την ξεχάσω, και πάντα θα σταθώ δίπλα στον στραγγαλισμό της, και στην αγωνία της μέχρι την ημέρα τής λευτεριάς. Κι όταν η μέρα θα έρθει, "η ήμερα θα έρθει" θα είμαι ο πρώτος που ξανά σαν ξένος θα ρθω και θα την περπατήσω από την μια πλευρά στην άκρη. Τότε μονάχα θα κλείσει για μένα ο κύκλος της αγάπης μου για τη  Κύπρο.

ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΤΙΕΣ

Μισανοίξανε τα μάτια μου, με δάκρυα κλαμένα,
μα δεν ανοίξανε τα στήθη μου, στο πόνο μείναν σφραγισμένα.
Ένοιωσα μια φλογερή, στα σπλάχνα μαχαιριά,
να μου αγγίζει την ψυχή, να μην σωπαίνει να θρηνά.

Είδα παιδιών ματιές, να πνίγονται στο δάκρυ,
άδειες, έρημες αγκαλιές, βουβές να σε καλούν φωνές.
Είδα παιδιά αγγελούδια, όνειρα χωρίς φτερά,
παιδιά σαν τα λουλούδια, πεταμένα στην ξηρά.

Στα μάτια τους σκυμμένα, ξεφωνητά δεν άκουσα,
με στόματα κλεισμένα, χαμόγελο δεν ένοιωσα.
Αμίλητα στη σκάλα, με κοιτούσανε δειλά,
λευκό πανί σαν γάλα, παγωμένη είχανε ματιά.

Άπλωσα το χέρι μου, απαλά να τα χαϊδέψω,
μα φοβήθηκαν στο βλέμμα μου, με την ματιά μου πριν τ αγγίξω.
Ξεχασμένα από την μοίρα, τυραννιόνται μοναχά,
ένα χαμόγελο δεν είδα, από θύρα ματιάς να με κοιτά.

Ήταν η ματιά τους σύννεφο, σκιές που ρίχνανε βροχή,
απ τον κατατρεγμό τον άδικο, του κόσμου όλου την σιωπή.
Σφαίρα ένοιωσα στο μέτωπο, φλέβα χωρίς αίμα,
ένα πόνο απαρηγόρητο, ένα θαμμένο σώμα.

Ήρθε ο εχθρός και άφησε, στο πέρασμα του οδύνη,
μες την βουή ορφάνεψε, μεγάλοι τρανοί ειν οι πόνοι.
Απαρνηθήκανε οι χαρές, τα χαμόγελα στα χείλη,
κοπιάσαν μέσα οι φωνές, της λυγίσανε τα βέλη.

Ράγισε η καρδιά μου, φύλλο έγινε ξερό,
απ τον αναστεναγμό μου, απ τον πόνο το πικρό.
Θεέ μου γιατί κρύβεσαι, γιατί δεν κατεβαίνεις,
γιατί δεν συλλογίζεσαι, τα παιδιά σου που πεθαίνεις;

Τα παιδιά είναι φιτίλι, μια ελπίδα στο σκοτάδι,
ένα φως ένα καντήλι, μα συ τους στέρησες το χάδι.
Τώρα, πως σε να πιστέψω, πως τα χέρια μου να απλώσω,
πως το σταυρό σου να φορέσω, τον ουρανό πως να σε κοιτάξω;

Λάρνακα, Κύπρου
15 Ιουνίου, 1976

ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ
Ιούνιος 15, 1976

Είναι κτισμένο στη